ἑξάεδρος

ἑξά-εδρος [pron. full] [ᾰ], ον,
A with six surfaces, Theol.Ar.25.
II Subst. ἑξάεδρον, τό, hexahedron, Gal.5.669.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξάεδρος — η, ο (Α ἑξάεδρος, ον) αυτός που έχει έξι έδρες νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑξάεδρο(ν) α) μαθημ. στερεό σώμα με έξι έδρες β) (κρυσταλλ.) κρυσταλλικό σχήμα που αποτελεί τη βάση τού κυβικού κρυσταλλικού συστήματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξα < ἕξ (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • εξάεδρος — η, ο 1. που έχει έξι έδρες (επιφάνειες). 2. το ουδ. ως ουσ., εξάεδρο, το (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑξάεδρον — ἑξάεδρος with six surfaces masc/fem acc sg ἑξάεδρος with six surfaces neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξάεδρα — ἑξάεδρος with six surfaces neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hexaedro — (Del gr. hex, seis + hedra, base.) ► sustantivo masculino 1 GEOMETRÍA Figura geométrica de seis caras. FRASEOLOGÍA hexaedro regular GEOMETRÍA Sólido regular limitado por seis cuadrados iguales. SINÓNIMO cubo * * * hexaedro (del gr. «hexáedros») m …   Enciclopedia Universal

  • hexaedro — (Del gr. ἑξάεδρος). m. Geom. Sólido limitado por seis caras. hexaedro regular. m. Geom. cubo (ǁ sólido regular) …   Diccionario de la lengua española

  • decahedron — n. a solid figure with ten faces. Derivatives: decahedral adj. Etymology: DECA + HEDRON after POLYHEDRON * * * decahedron Geom. (dɛkəˈhiːdrən) [Representing a Gr. *δεκάεδρον, neuter of *δεκάεδρος, on the model of ἑξάεδρος, f. δέκα ten + ἔδρα seat …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.